Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

Τρία κείμενα του Εντουάρντο Γκαλεάνο

Το δικαίωμα στο όνειρο

Πλανητικό σχέδιο εξόντωσης: Να ισοπεδώσουν το γρασίδι, να ξεριζώσουν μέχρι το τελευταίο ζωντανό βλαστάρι, να ποτίσουν τη γη με αλάτι. Έπειτα να σκοτώσουν τη μνήμη της βλάστησης. Για να κατακτήσουν τις συνειδήσεις τις εξοντώνουν. Για να τις εξοντώσουν, τους σβήνουν το παρελθόν. Γιατί όποιος δεν ξέρει από πού ήρθε, πώς μπορεί να διαπιστώσει πού πάει;


Όσο υπάρχουν όμως άνθρωποι θα αντιστέκονται και θα αγωνίζονται, θα υπερασπίζονται το δικαίωμα στο όνειρο. Η «μαρτυρία» του λατινο-αμερικάνου συγγραφέα-αγωνιστή, Εντουάρντο Γκαλεάνο, είναι ενδεικτική:

Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι μας έχουν κλέψει από τα χείλη ακόμα και τις ίδιες μας τις λέξεις. Ο όρος «σοσιαλισμός» χρησιμοποιείται στη Δύση ως υποκατάστατο της αδικίας: Στην Ανατολική Ευρώπη ξυπνά μνήμες πουργατόριο, ακόμα και κόλασης. Η λέξη «ιμπεριαλισμός» έπαψε να είναι στη μόδα και δεν τη συναντούμε πλέον στο ισχύον πολιτικό λεξιλόγιο, παρά το γεγονός ότι ο ιμπεριαλισμός εξακολουθεί να υπάρχει, να λεηλατεί και να μακελεύει.

Και ο όρος «αγωνιστικότητα» τι γίνεται; Πώς αντιμετωπίζεται το φαινόμενο του αγωνιστικού ζήλου; Για τους θεωρητικούς της απογοήτευσης αποτελεί ένα φαιδρό κατάλοιπο του παρελθόντος. Και για τους μετανοήσαντες, ενοχλητική ανάμνηση.

Τώρα πρέπει να ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή, σκαλί-σκαλί, χωρίς ασπίδες, έξω από κείνες που προστατεύουν τα σώματά μας. Προβάλλει η επιτακτική ανάγκη διαρκώς να ανακαλύπτουμε, να δημιουργούμε, να εξασκούμε τη φαντασίας μας. Σε λόγο που εκφώνησε λίγο μετά την ήττα του, ο Τζέσε Τζάκσον υπερασπίστηκε το δικαίωμα στο όνειρο, λέγοντας: «Ας υπερασπιστούμε αυτό το δικαίωμα. Ας μην επιτρέψουμε σε κανένα να μας το στερήσει». Και ο οραματισμός σήμερα είναι πιο απαραίτητος από ποτέ. Να ονειρευτούμε όνειρα που παύουν να είναι όνειρα και να σαρκώνονται σε ύλη θνητή, όπως είπε, διατυπώνοντας ευχή, κάποιος άλλος ποιητής. Οι καλύτεροί μου φίλοι ζουν αγωνιζόμενοι για το δικαίωμα αυτό, και μερικοί από αυτούς έχουν δώσει και τη ζωή τους κιόλας.

Αυτή είναι η μαρτυρία μου. Εξομολόγηση δεινόσαυρου; Ίσως. Πάντως, πρόκειται για κατάθεση ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι η ανθρώπινη μοίρα δεν είναι καταδικασμένη να καταλήξει στην ασυδοσία του εγώ και στο χυδαίο κυνηγητό του χρήματος και ότι ο σοσιαλισμός δεν έχει πεθάνει, διότι δεν έχει ακόμα γεννηθεί -ότι το σήμερα αποτελεί την απαρχή της μακράς ζωής που έχει να διανύσει.

Ο παράδεισος της ανάπτυξης και της προόδου

Μία γέφυρα δίχως ποτάμι.
Ψηλές προσόψεις κτιρίων δίχως τίποτε από πίσω.
 Ο κηπουρός ποτίζει το πλαστικό γρασίδι.
Κυλιόμενες σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά.
Ο αυτοκινητόδρομος που μας δίνει την δυνατότητα να γνωρίσουμε τόπους, που εξ αιτίας του έχουν καταστραφεί.
Η οθόνη της τηλεόρασης δείχνει μία τηλεοπτική συσκευή που περιέχει μίαν άλλη τηλεοπτική συσκευή μέσα στην οποία υπάρχει μία τηλεοπτική συσκευή...

Αυτός ο πολιτισμός δεν αφήνει κανέναν να κοιμηθεί, ούτε τα λουλούδια, ούτε τις κότες ούτε τους ανθρώπους. Το χειμώνα τα λουλούδια τοποθετούνται κάτω από συνεχή φωτισμό, ώστε να μεγαλώνουν πιο γρήγορα. Στα ορνιθοτροφεία η νύχτα είναι απαγορευμένη για τις κότες. Και οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι στην αϋπνία, λόγω της αγωνίας τους να αγοράσουν και του άγχους τους να πληρώσουν.

Εδώ ο ουρανός ποτέ δεν συννεφιάζει, εδώ δεν βρέχει ποτέ. Σ’ αυτή τη θάλασσα κανείς δεν διατρέχει τον κίνδυνο να πνιγεί, αυτή η πλαζ προστατεύεται από την κλοπή. Δεν υπάρχουν μέδουσες να σε τσιμπήσουν, ούτε αχινοί να σου καρφώνονται στο πόδι, ούτε κουνούπια να σε τρελαίνουν. Με τον αέρα πάντα στην ίδια θερμοκρασία και το νερό θερμαινόμενο αποφεύγονται τα κρυώματα και οι πνευμονίες.

Τα βρομερά νερά των λιμανιών θα φθονούσαν αυτά τα διάφανα νερά, αυτός ο αμόλυντος αέρας χλευάζει το δηλητήριο που αναπνέουν οι άνθρωποι στην πόλη.

Η είσοδος δεν είναι ακριβή, 30 δολάρια το άτομο, αν και πρέπει να πληρώσεις επί πλέον τις καρέκλες και τις ομπρέλες. Στο ίντερνετ λέει : «Τα παιδιά σας θα σας μισήσουν αν δεν μας τα φέρετε…» Wild blue, η κλειστή με κρυστάλλινους τοίχους πλαζ της Γιοκοχάμα είναι ένα μεγαλειώδες έργο της γιαπωνέζικης βιομηχανίας. Τα κύματα έχουν το ύψος που τους δίνουν οι κινητήρες. Ο ηλεκτρονικός ήλιος βγαίνει και κρύβεται σύμφωνα με τη θέληση της επιχείρησης, προσφέροντας στην πελατεία εντυπωσιακά τροπικά ξημερώματα και κατακόκκινα δειλινά πίσω από τις φοινικιές. Είναι τεχνητό –λέει ένας επισκέπτης. Γι’ αυτό μας αρέσει.

Λιχουδιές από πλαστικό, όνειρα από πλαστικό. Πλαστικός είναι και ο παράδεισος που υπόσχεται η τηλεόραση σε όλους αλλά παρέχει σε λίγους. Είμαστε όλοι στις διαταγές της.

Σ’ αυτόν τον πολιτισμό όπου τα πράγματα αποκτούν συνεχώς μεγαλύτερη αξία και οι άνθρωποι μικρότερη, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας καθορίζουν τους κανόνες: δεν αγοράζεις εσύ τα πράγματα, αυτά σε αγοράζουν, το αυτοκίνητο σε χρησιμοποιεί, ο υπολογιστής σε προγραμματίζει, η τηλεόραση σε παρακολουθεί.

Η έκρηξη της κατανάλωσης στον σύγχρονο κόσμο δημιουργεί μεγαλύτερο θόρυβο από όλους τους πολέμους και προκαλεί μεγαλύτερο πανδαιμόνιο από όλα τα καρναβάλια.

Όπως λέει μία παλιά τουρκική παροιμία, όποιος πίνει με πίστωση μεθάει διπλά. Το γλέντι ζαλίζει και θολώνει την όραση, αυτό το μεγάλο παγκόσμιο μεθύσι μοιάζει να μην έχει ούτε χρονικά ούτε χωρικά όρια. Αλλά ο πολιτισμός της κατανάλωσης είναι κενός σαν το ταμπούρλο γι’ αυτό και κάνει τόση φασαρία. Την ώρα της αλήθειας, όταν ο σαματάς σταματήσει και τελειώσει η γιορτή, ο μεθυσμένος ξυπνάει μόνος, συντροφιά με τη μοίρα του και τα σπασμένα που οφείλει να πληρώσει.

Οι καταναλωτικές μάζες δέχονται τις εντολές σε παγκόσμια γλώσσα.

Η διαφήμιση κατάφερε να κάνει αυτό που ήθελε να κάνει η εσπεράντο αλλά δεν μπόρεσε. Όπου και να βρεθούμε όλοι καταλαβαίνουμε τα μηνύματα που μεταδίδει η τηλεόραση. Το τελευταίο τέταρτο του αιώνα οι δαπάνες για την διαφήμιση έχουν διπλασιαστεί. Χάρη στις διαφημίσεις τα φτωχά παιδιά πίνουν ολοένα περισσότερη coca cola και ολοένα λιγότερο γάλα και ο χρόνος της σχόλης γίνεται σιγά σιγά χρόνος υποχρεωτικής κατανάλωσης.

Ελεύθερος χρόνος, φυλακισμένος χρόνος. Στα σπίτια των πολύ φτωχών μπορεί να μην υπάρχει κρεβάτι, υπάρχει όμως τηλεόραση και η τηλεόραση έχει τον πρώτο λόγο. Αγορασμένο με δόσεις, αυτό το ζωάκι, αποδεικνύει τη δημοκρατική ροπή της προόδου. Δεν ακούει κανέναν αλλά μιλάει για όλους. Έτσι πλούσιοι και φτωχοί γνωρίζουν τα προσόντα του τελευταίου μοντέλου των αυτοκινήτων και, πλούσιοι και φτωχοί, ενημερώνονται για τα πλεονεκτικά επιτόκια που προσφέρει κάθε τράπεζα.

Εκσυγχρονισμός, μηχανοκρατία: Ο θόρυβος από τους κινητήρες των μηχανών σκεπάζει τις φωνές που καταγγέλλουν αυτό τον τεχνητό πολιτισμό, ο οποίος μας κλέβει την ελευθερία κι ύστερα έρχεται να μας την πουλήσει. Εξασθενίζει τα πόδια μας για να μας υποχρεώσει στη συνέχεια να αγοράσουμε αυτοκίνητα και μηχανήματα γυμναστικής.

Ο εφιάλτης των πόλεων, όπου τα αυτοκίνητα έχουν τον πρώτο λόγο, έχει επιβληθεί στον κόσμο σαν το μοναδικό δυνατό πρότυπο ζωής.Οι πόλεις της Λατινικής Αμερικής ονειρεύονται να γίνουν σαν το Λος Άντζελες, όπου οκτώ εκατομμύρια αυτοκίνητα ορίζουν τους ανθρώπους. Ελπίζουμε να γίνουμε κάποτε μία γκροτέσκα απομίμηση αυτής της τρέλας. Πέντε αιώνες τώρα, αντί να δημιουργούμε εξασκούμαστε στην απομίμηση. Αφού λοιπόν είμαστε καταδικασμένοι στην απομίμηση, ας επιλέγουμε με λίγο μεγαλύτερη προσοχή τα πρότυπά μας.

Αν συμμορφωθούμε προς τας υποδείξεις τότε εγγυημένα θα βλέπουμε όλοι τις ίδιες εικόνες, θα ακούμε όλοι τους ίδιους ήχους, θα φοράμε τα ίδια ρούχα, θα τρώμε όλοι τα ίδια χάμπουργκερ και θα είμαστε όλοι μόνοι μες στην ίδια μοναξιά, μέσα σε σπίτια ίδια, σε γειτονιές ίδιες, σε πόλεις ίδιες, όπου όλοι θα αναπνέουμε την ίδια βρώμα και θα υπηρετούμε τα αυτοκίνητά μας με την ίδια προσήλωση και θα ανταποκρινόμαστε στις διαταγές των ίδιων μηχανών σε έναν κόσμο που θα είναι θαυμαστός για όποιον δεν έχει πόδια, ούτε φτερά, ούτε ρίζες….

Οι περισσότεροι άνθρωποι χρεώνονται για να αποκτήσουν αγαθά και τελικά δεν τους μένουν παρά χρέη, για να πληρώσουν άλλα χρέη τα οποία δημιουργούν καινούργια χρέη. Καταλήγουν να καταναλώνουν φαντασιώσεις, που για να τις πραγματοποιήσουν καμιά φορά καταφεύγουν στο έγκλημα. Η μαζική διάδοση της πίστωσης, προειδοποιεί ο κοινωνιολόγος Τόμας Μούλιαν, έδωσε τη δυνατότητα στην καθημερινή ζωή της Χιλής, να περιστρέφεται γύρω από τα σύμβολα της κατανάλωσης, δηλαδή, την εξωτερική εμφάνιση ως πυρήνα της προσωπικότητας, το τεχνητό τρόπο ζωής, την ουτοπία σε σαρανταοκτάμηνες δόσεις.

Η καταναλωτική κοινωνία είναι μια παγίδα για τους κουτούς. Αυτοί που κρατάνε τα ηνία παριστάνουν ότι το αγνοούν αλλά όποιος έχει μάτια μπορεί να δει ότι η ύπαρξη της λίγης φύσης που μας έχει απομείνει διασφαλίζεται επειδή η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων καταναλώνει λίγο, πολύ λίγο, και μόνο τα αναγκαία.

Η κοινωνική αδικία δεν είναι πλέον ένα σφάλμα που πρέπει να διορθωθεί, ούτε ένα ελάττωμα που πρέπει να ξεπεραστεί: έχει γίνει θεμελιώδης αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει φύση που να μπορεί να θρέψει ένα shopping center στο μέγεθος του πλανήτη. Αυτό το μοντέλο ζωής το οποίο μας παρουσιάζουν σαν τον οργασμό της ζωής κι’ αυτή η καταναλωτική φρενίτιδα που λένε ότι είναι η φρενίτιδα της ευτυχίας, αρρωσταίνουν το σώμα μας, δηλητηριάζουν τη ψυχή μας και μας αφήνουν ανέστιους: χωρίς εκείνη την εστία που κάποτε ήθελε να γίνει ο κόσμος μας.


πίνακες: Δέρπαπας, Γαΐτης

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;


Σήμερα μπορώ να πω, με μεγάλη προσωπική σιγουριά και με ακόμη μεγαλύτερη άνεση, πόσο αφόρητη μου είναι η περίφημη ιδέα του πλατωνικού «Φαίδωνα» ότι η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου και πως «οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσιν». Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ιδέα αυτή δεν εκφράζει κανενός είδους νοσηρή σαγήνευση από τον θάνατο, αλλά, καθώς θεμελιώνεται στην πίστη για την αθανασία της ψυχής, σημαίνει τελικά προσδοκία και προπαρασκευή για την αιωνιότητα. Η γαλήνη του Σωκράτη έναντι του θανάτου δεν παρουσιάζεται στον «Φαίδωνα» ως κουράγιο και γενναιοφροσύνη, αλλά φαίνεται να έχει ως πηγή της τη βεβαιότητα για την αθανασία της ψυχής και την ελπίδα για την αιώνια μακαριότητα. Δεν παύει ωστόσο ο θάνατος, όσο και αν δεν επιδιώκεται, να θεωρείται καλός. Ο φιλόσοφος πρέπει να μάθει να φιλιώσει μαζί του και τελικά να τον θέλει.

Περισσότερο αφόρητο όμως μου είναι το γεγονός ότι η ιδέα αυτή διαπότισε τον χριστιανισμό, τη θρησκεία της Ανάστασης, και αλλοίωσε το κήρυγμα του ευαγγελίου του Χριστού, εκείνου που διαβεβαίωσε όσους θέλουν να είναι μαθητές του ότι αυτός ο ίδιος είναι η ζωή («Εγώ ειμί [...] η ζωή», Ιω. 14, 10) και ότι ήρθε στον κόσμο για να ζήσουν οι άνθρωποι, να ζήσουν τη ζωή στην πληρότητά της, και με το παραπάνω («εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι», Ιω. 10, 10). «Και περισσόν»: έτσι, χωρίς άλλο προσδιορισμό, ζωή περίσσια, ζωή πλήρη και ακόμη παραπάνω. Ο ιστορικός χριστιανισμός ωστόσο γέμισε μαυρίλα, άρνηση της χαράς, ασκητική στέρηση, mortificatio, memento mori και μακάβριους χορούς. Η διηνεκής μνήμη του θανάτου θεωρήθηκε θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Ο λόγος περί αλλοιώσεως μιας καθαρής αρχικής θέσης, ιδίως όταν πρόκειται για διδασκαλίες με μακρά παράδοση, είναι κατά κανόνα ανιστόρητος και τελικά μάταιος, στο ζήτημα ωστόσο που μας απασχολεί εδώ, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη λέξη «αλλοίωση», όταν όλα αυτά συνδέθηκαν, με διάφορους τρόπους, με το κήρυγμα της Ανάστασης. Για την ευαγγελική διδασκαλία, ο θάνατος όχι μόνο δεν είναι φίλος αλλά είναι ο μεγάλος εχθρός, ο έσχατος εχθρός που πρέπει να νικηθεί και που νικήθηκε από τον Φίλο της ζωής, τον Χριστό, με την Ανάστασή του. Στον σημερινό χριστιανισμό έχουν υποχωρήσει, είν’ αλήθεια, όλα τα παραπάνω θανατερά στοιχεία. Το παράδοξο, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, είναι ότι έχει υποχωρήσει παράλληλα στην Ευρώπη μάλιστα μέχρις εξαφανίσεως και η πίστη στην Ανάσταση. Το ερώτημα λοιπόν δεν μπορεί παρά να τεθεί: μήπως σε αυτή την απαλλαγή του χριστιανισμού από θανάσιμα χαρακτηριστικά και στην ευαγγελικότερη έκφρασή του έχει συμβάλει ευεργετικά και ο πολιτισμός του Διαφωτισμού και της εκκοσμίκευσης;

Το ζήτημα πάντως δεν είναι πώς να πεθάνουμε, αλλά πώς να ζήσουμε. Ο θάνατος θα ’ρθει που θα ’ρθει, και μακάρι να έρθει όσο γίνεται πιο αργά, σε γήρας πολιόν, και ας είναι, όπως προσεύχεται η Εκκλησία, ανώδυνος, ανεπαίσχυντος και ειρηνικός. Ας μη συγχέουμε την επίγνωση της θνητότητας, μοναδικό γνώρισμα του ανθρώπου και πηγή της δημιουργικότητάς του, με την κάθε είδους θανατοφιλία. Η επίγνωση άλλωστε της θνητότητας δεν μας κάνει από μόνη της καλύτερους ανθρώπους, μπορεί κάλλιστα να μας κάνει μηδενιστές και κυνικά φιλήδονους, όπως το γνώριζε ήδη η Βίβλος: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (Ησ. 22, 13, 1 Κορ. 15, 32). Η φιλοσοφία δεν (πρέπει να) είναι μελέτη θανάτου αλλά, αντίθετα, vitae meditatio, μελέτη ζωής, όπως ακριβώς έγραφε ο Σπινόζα στην «Ηθική» του (IV, LΧVΙΙ).



Για τους χριστιανούς ειδικότερα το ερώτημα, το μόνο ουσιαστικά ερώτημα, είναι πώς να ζήσουν, σε τούτο τον κόσμο της φθοράς, ως μάρτυρες της Αναστάσεως, έχοντας μέσα τους τη χαρά της συμφιλίωσης του κόσμου με τον Θεό εν Χριστώ, τη χαρά της τελικής νίκης επί του θανάτου. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Πώς γίνεται; Πώς μεταφράζεται στην καθημερινή ζωή τους; Για να μην πλατειάζουμε άσκοπα: ο μόνος τρόπος της αναστημένης ζωής είναι η απροϋπόθετη αγάπη, η αγάπη που σπάει το σκληρό κέλυφος του εγωισμού και ανοίγεται στον άλλον, που φτάνει να βάλει τον άλλον πάνω από τον εαυτό. Μόνο αυτή η αγάπη λυτρώνει, μόνο αυτή δίνει χαρά, μόνο αυτή τελικά σώζει.

Κανένας συμβιβασμός λοιπόν με τον θάνατο, όπως λέει, ξέροντας για τι πράγμα μιλάει, και ο αδερφικός μου φίλος Σάββας Μιχαήλ, με τον θάνατο σε όλες τις μορφές του, τη σωματική, την ψυχική (μίσος), την κοινωνική (αδικία).

Χριστός ανέστη!



άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη με αρχικό τίτλο δημοσίευσης ‘’Εξ αφορμής’’
πηγή

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

η πινακίδα εντός


κατεύθυνση  ζητούσαμε  να  βρούμε
στα  βέλη  οδοσημαντήρων  και  αιώνων
προορισμός  αλλοίμονο
οι  πανταχού  παρόντες
η  πινακίδα  εντός  μας
Πάτερ  ἄφες  αὐτοῖς·  οὐ  γάρ  οἴδασι  τί  ποιοῦσι

 
Ὅσον  ζῇς,  φαίνου,
μηδὲν  ὅλως  σὺ  λυποῦ·
πρὸς  ὀλίγον  ἐστὶ  τὸ  ζῆν,
τὸ  τέλος  ὁ  χρόνος  ἀπαιτεῖ

ΕΙΚΩΝ Η ΛΙΘΟΣ ΕΙΜΙ. ΤΙΘΗΣΙ ΜΕ ΣΕΙΚΙΛΟΣ
ΕΝΘΑ ΜΝΗΜΗΣ ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΣΗΜΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΝ

εικόνες: Jeffrey Smart και Joel Rea

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Αγιολόγιον μηνός Μαρτίου: Μαρίνος Αντύπας

Τα όρια του θρύλου αγγίζει η σύντομη ζωή του Μαρίνου Αντύπα, του μεγάλου οραματιστή και αγωνιστή του αγροτικού ζητήματος που έπεσε θύμα των δολοφονικών σχεδίων των μεγαλοτσιφλικάδων της Θεσσαλίας, την ώρα που προσπαθούσε να αφυπνίσει τους εξαθλιωμένους κολίγους, μόλις πριν από έναν αιώνα, το 1907.
Η ζωή του ολόκληρη ήταν ένας αγώνας κατά της καταπίεσης και υπέρ της ελευθερίας, εθνικής και κοινωνικής, η οποία σημαδεύτηκε από τους αγώνες του και τις ιδέες του στις οποίες έμεινε πιστός μέχρι το βίαιο τέλος της ζωής του.
οι τσιφλικάδες μεταλλαχθήκαν γινήκαν τραπεζίτες, μεσάζοντες, πολυεθνικές σπόρων και λιπασμάτων, επιδοτήσεις, φόροι, συμβολαιακή γεωργία, κοινή ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική
Δεν τον πτόησαν ούτε μία στιγμή οι διώξεις, οι φυλακίσεις και οι απειλές. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που είχε απευθύνει στους εξαθλιωμένους Θεσσαλούς κολίγους, καθώς διέτρεχε τον κάμπο απ’ άκρη σ’ άκρη, και με φλογερούς λόγους τους προέτρεπε να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματα τους πάνω στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούσαν: «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ‘ρθείτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας».
Υπέρμαχος των λαϊκών ελευθεριών και των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, κυρίως των ανθρώπων του μόχθου. Πηγαίνει στα χωριά και ξεσηκώνει τους αγρότες. Σύνθημά του η Ισότητα, η Αδελφότητα, η Ελευθερία.
«Τας ανωτέρω ιδέας προσπαθώ να φυτεύσω εις την ψυχήν των χωρικών, διά να γίνωσι μίαν ημέραν ελεύθεροι - ήδη είνε είλωτες - και επειδή η εργασία αύτη απαιτεί οικονομικήν ευρωστίαν - οιονεί λίπασμα διά το φυτόν - διά τούτο προσπαθώ το κατά δύναμιν ν' αφαιρεθώσιν από τα κακώς κτηθέντα δικαιώματα των τσιφλικιούχων, διά να δοθώσιν εις τους αδίκως εξ αυτών απογυμνωθέντας χωρικούς... Φρονώ ότι το δίκαιον είνε εκεί όπου το συμφέρον των πολλών και όχι των ολίγων, επομένως μεταχειρίζομαι τας δυνάμεις μου υπέρ της εξαφανίσεως του τσιφλικιού και της πλήρους ανεξαρτησίας του καλλιεργητού»
Ο Μαρίνος Αντύπας ούτε αγρότης ήταν ούτε πολύ περισσότερο γαιοκτήμονας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του μαραγκού και ξυλογλύπτη Σπύρου Αντύπα. Ο Μαρής, όπως τον φώναζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, πρωτοείδε το φως της ζωής το 1872 στα Φερεντινάτα της Πυλάρου, στην Κεφαλονιά. Ο Μαρής είχε αρκετή τρέλα ώστε να βαφτίσει στην αυγή του 20ου αιώνα δύο κοριτσάκια με τα ονόματα Επανάσταση και Αναρχία. Τελείωσε με χίλιες στερήσεις το γυμνάσιο στην Κεφαλονιά και έφτασε στην Αθήνα με το όνειρο να γίνει δικηγόρος, όμως δεν έμελλε ποτέ να πάρει το πτυχίο της Νομικής. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους που εμπνέονται από τον Σταύρο Καλλέργη, μυείται στις σοσιαλιστικές ιδέες και ενεργοποιείται στον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο.
Το 1897 μαζί με άλλους συμφοιτητές του κατεβαίνει στην Κρήτη και πολεμά ως εθελοντής στην Κρητική Επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Ο τραυματισμός του στο στήθος σε μια μάχη τον αναγκάζει να επιστρέψει στην Αθήνα.
Απογοητευμένος αλλά και οργισμένος τόσο από την έκβαση της Κρητικής Επανάστασης όσο και από την άδοξη κατάληξη του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 μετατρέπεται σε δριμύ κατήγορο του Παλατιού, το οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τα εθνικά δεινά.
Η ενεργός συμμετοχή του στο λαϊκό συλλαλητήριο στην πλατεία Ομονοίας στις 14 Σεπτεμβρίου 1897, όπου ομιλία του στηλιτεύει με σφοδρότητα τη στάση του Παλατιού προκαλεί τη σύλληψη του και την προσαγωγή του σε δίκη. Στις 8 Ιανουαρίου 1898 καταδικάζεται σ’ ένα χρόνο φυλάκιση στις φυλακές της Αίγινας ενώ χαρακτηρίζεται ως «επικίνδυνος».
Οι συνθήκες κράτησης του χαρακτηρίζονται ως εξαιρετικά σκληρές. Οι εντολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν αφήνουν περιθώρια παρεξήγησης για τον «επικίνδυνο» Αντύπα: Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 4176 διαταγή πρέπει να τεθεί σε απομόνωση και να μην έρχεται σε επαφή με κανέναν. Αν δε συμμορφωθεί επιβάλλεται να τον δέσουν μέσα στο κελί του και να τον θέσουν “υπό άναλον δίαιτα”.
Μετά την αποφυλάκισή του εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Στη Κεφαλονιά εκδίδει την εφημερίδα “Ανάσταση”, με σκοπό τη διάδοση των σοσιαλιστικών του ιδεών. Το πρώτο φύλλο της «Ανάστασης» κυκλοφορεί στις 29 Ιουλίου του 1900, αλλά για μία ακόμη φορά οι ιδέες του Αντύπα έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την καθεστηκυία τάξη και ξεκινά νέος γύρος διώξεων με αποτέλεσμα να ανασταλεί η έκδοση μέχρι και τις 3 Ιουλίου 1904 οπότε επανεκδίδεται απρόσκοπτα έως τις 27 Απριλίου 1907, μόλις λίγες ημέρες μετά το βίαιο θάνατο του.
Το 1906 φτάνει στη Θεσσαλία, να εργαστεί ως επιστάτης στα τσιφλίκια του θείου του Γεώργιου Σκιαδαρέση, ενός πλούσιου γεωπόνου ομογενή από τη Ρουμανία, τον οποίο ο ίδιος είχε πείσει σ’ ένα ταξίδι του στο Βουκουρέστι το 1903 να αγοράσει κτήματα στη συγκεκριμένη περιοχή.
 Η συμπεριφορά και η στάση του Αντύπα ωστόσο˙ δε μοιάζει καθόλου με την τυπική εικόνα που έχουμε για έναν επιστάτη τσιφλικιών. Ξεκινά αμέσως να δείχνει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την άθλια ζωή των κολίγων, η οποία καθόλου δεν είχε βελτιωθεί με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, για να μην πούμε ότι είχε επιδεινωθεί.
Με την αποχώρηση των Τούρκων από τη Θεσσαλία, οι αγρότες νόμισαν ότι τα βάσανά τους τελείωσαν οριστικά, ότι η γη θα μοιραζόταν σε όλους ίσα και ότι μια νέα εποχή θα άρχιζε. Αλλά απογοητεύτηκαν όταν διαπίστωσαν ότι παρά την αποχώρηση των Τούρκων, παρέμειναν οι Έλληνες τσιφλικάδες και παρατρεχάμενοί τους, οι οποίοι συνέχισαν να εκμεταλλεύονται άγρια τους αγρότες. Ταυτόχρονα, όμως άρχισε και η αντίσταση των αγροτών, οι οποίοι αρνούνταν την κυριότητα των κεφαλαιούχων στη γη. Παράλληλα με την άρνηση της κυριότητας ή την άρνηση να υπογράφουν οτιδήποτε, άρχισαν και τις καταλήψεις τσιφλικιών τα οποία άρχισαν αμέσως να καλλιεργούνται.
Οι κολίγοι υποχρεώνονταν να δίνουν στο τσιφλικά το 1/3 ή το 1/2 της παραγωγής και άλλα προϊόντα, ενοίκιο για τη βοσκή των ζώων τους καθώς και να στέλλουν μια γυναίκα για ζύμωμα. Παράλληλα ζούσαν σε τρώγλες και ανέχονταν την ταπείνωση του μαστιγώματος και του βιασμού των γυναικών τους από τους μεγαλοκτηματίες.
Σε αυτές τις πρωτόγονες φεουδαρχικές παραγωγικές σχέσεις όπου οι λίγοι δυνάστευαν τους πολλούς, φούντωσε το κοινωνικό κίνημα των κολίγων, ζητώντας απαλλοτρίωση και μοίρασμα της γης.
Με το θείο του ως σύμμαχο ο Μαρίνος Αντύπας βάζει μπουρλότο στο θεσσαλικό κάμπο:
- Παραχωρεί στους κολίγους εκτάσεις για βοσκοτόπια, για να χτίσουν σπίτια στη θέση των καλυβιών που μένουν μέχρι τότε.
- Τους παραχωρεί το δικαίωμα να κρατούν το 75% της παραγωγής αντί για το 25% που ίσχυε μέχρι τότε.
- Εφαρμόζει τις αργίες, όπως αυτή της Κυριακής πριν ακόμη καθιερωθεί από το κράτος, κάτι που θα γινόταν το 1910.
- Χτίζει σχολεία για τα παιδιά τους, τους οργανώνει σε αγροτικούς συνδέσμους.
Παράλληλα αλωνίζει ολόκληρο το θεσσαλικό κάμπο μιλώντας στους αγρότες για τα δικαιώματα τους στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούν και τους κινητοποιεί να απαιτήσουν δυναμικά τη διανομή της γης, με αποκορύφωμα το συλλαλητήριο στο Λασποχώρι αρχές του 1907.

 Όλα αυτά ήταν πάρα πολλά για να μπορέσουν να τα χωνέψουν οι μεγαλοτσιφλικάδες που είδαν ξαφνικά την εξουσία τους πάνω στη γη τους αλλά και στις ζωές των κολίγων τους να αμφισβητείται. Οι πρώτες προσπάθειες να αναχαιτίσουν τον οραματιστή Μαρίνο Αντύπα, μέσω συστάσεων από τη Νομαρχία και τη Χωροφυλακή, πέφτουν στο κενό.
Σαν έτοιμος από καιρό ο Αντύπας συνέχιζε τόσο τη δράση του όσο και το μονοπάτι που θα οδηγούσε στο σίγουρο θάνατο του. Οι μεγαλοτσιφλικάδες οπλίζουν τότε το χέρι –και ζεσταίνουν με μόλις 12 χιλιάδες δραχμές την τσέπη- του Ιωάννη Κυριακού, ο οποίος ήταν επιστάτης στα τσιφλίκια του Αριστείδη Μεταξά, συνεταίρου του Γ.Σκιαδαρέση. Η συνωμοσία στήνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να φανεί ως αυτοάμυνα ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών.
Η μοιραία νύχτα ήταν εκείνη της 8ης Μαρτίου του 1907. Ο μόλις 35 ετών Μαρίνος Αντύπας δολοφονείται άνανδρα από τον Κυριακού, όταν δέχεται μια σφαίρα από δίκαννο «εκ των όπισθεν και εις την οσφυακήν χώραν» και εκπνέει στην αγκαλιά του ξαδέλφου του Παναγιώτη Σκιαδαρέση. Τα τελευταία του λόγια ήταν «Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία".
Οι Αρχές ωστόσο δεν είχαν καμία πρόθεση να αποδώσουν δικαιοσύνη αλλά το αντίθετο, αφού καλύπτουν πλήρως το δολοφόνο. Ο αστυνόμος στο τηλεγράφημα του προς το Υπουργείο Εσωτερικών αναφέρει: «Αντύπας ραπίσας Κυριακού εφονεύθη αμυνομένου». Στη δίκη που ακολουθεί ο Κυριακού αθωώνεται πανηγυρικά.
Εντύπωση προκαλεί και το δημοσίευμα της 10ης Μαρτίου 1907 της προσκείμενης στην Κυβέρνηση και στο Παλάτι εφημερίδα ΕΣΤΙΑΣ, που αναφέρεται στο θάνατο του Αντύπα: «Η είδηση περί του φόνου του δικηγόρου Μ. Αντύπα εις το κτήμα Σκιαδαρέση εν Θεσσαλία προξένησεν εντύπωσιν εν Αθήναις, όπου ανεξαρτήτως των σοσιαλιστικών ιδεών του, ο Αντύπας απήλαυε συμπαθειών. Ο ατυχής δικηγόρος πίπτει θύμα ατυχώς αυτών των αρχών του, τας οποίας από έτους και πλέον εφήρμοζεν εις το μέγα κτήμα του θείου του το οποίον διηύθυνε. Τούτο αποδεικνύει, ότι ο σοσιαλισμός εν Ελλάδι μόνο εις ιδέας πρέπει να υπάρχη, και να τηρήται απόστασις από της εφαρμογής των αρχών του». Με λίγα λόγια «Ας πρόσεχε κι αυτός κι όποιος τολμήσει να τον μιμηθεί»…!
Παρά τον πρόωρο θάνατο του ωστόσο, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, ο Μαρίνος Αντύπας πρόλαβε να σπείρει στον εύφορο κάμπο της Θεσσαλίας το σπόρο της επανάστασης αφυπνίζοντας τους εξαθλιωμένους επί αιώνες κολίγους να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματα τους πάνω στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούσαν.
Με το θάνατο του θα γίνει ο πρώτος μάρτυρας του αγροτικού ξεσηκωμού και ο πρώτος ουσιαστικά νεκρός της μεγάλης εξέγερσης του Κιλελέρ, που θα ξεσπάσει στην επέτειο των τριών χρόνων από το βίαιο και άδικο χαμό του, στις 6 Μαρτίου 1910.
Ο Μαρίνος Αντύπας θάφτηκε στο μέρος που αγωνίστηκε. Ο τάφος του βρίσκεται στο χωριό Ομόλιο, εκεί όπου σήμερα είναι τοποθετημένη η προτομή του, στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου.
 

διαβάστε ακόμη:


δείτε:


ακούστε:

το τραγούδι Ο δάσκαλος με τη φωνή του Λάκη Χαλκιά
από τον δίσκο Θεσσαλικός κύκλος του 1974
σύνθεση Γιάννης  Μαρκόπουλος, στίχοι Κώστας  Βίρβος

…Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο
αυτόν τον σαρδανάπαλο

να μου τον φέρετε στο στρώμα
που λέει στους χουσμεκιάρηδες
που λέει στους μεσιακάρηδες
ότι δικό τους είν’ το χώμα.

Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο
αυτόν τον σαρδανάπαλο

που κατσαπλιάδες έχει γύρω,
παράδες θα γεμίσετε
το στόμα αν του κλείσετε
που τάζει στους κολίγους κλήρο.

Τον δάσκαλο, τον δάσκαλο
αυτόν τον σαρδανάπαλο
να σταματήσει πια να δασκαλεύει
με λόγια σαν και τούτα της φωτιάς
πως όποιος για το δίκιο δεν παλεύει
θα ζει και θα πεθαίνει σαν ραγιάς…



Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Εγκαίνια του Ανοιχτού Κοινωνικού Χώρου Ιλίου

Σάββατο 7 Μαρτίου στις 7 μ.μ. Εγκαίνια του Ανοιχτού Κοινωνικού Χώρου Ιλίου όπου θα στεγαστεί και το Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης Ιλίου
 
Αγαπητέ φίλε/φίλη,

θέλουμε να σε ενημερώσουμε για μια σημαντική κίνηση που αφορά στην δημιουργία Κοινωνικού Ιατρείου Αλληλεγγύης στο Ίλιον.

Την πρωτοβουλία αυτή έχουμε αναλάβει συλλογικότητες και κάτοικοι του Ιλίου και όμορων δήμων ΜΑΖΙ με γιατρούς που εργάζονταν και εργάζονται κυρίως στο τοπικό ΙΚΑ της περιοχής.

Οφείλουμε να τονίσουμε ότι είμαστε ανεξάρτητοι από το κράτος και τους μηχανισμούς του, ανεξάρτητοι από τα ΑΣΤΙΚΑ κόμματα που έχουν ρημάξει τις ζωές μας.

Ξεκινήσαμε την προσπάθειά μας αυτή από την μεγάλη απεργία των γιατρών του ΙΚΑ που κράτησε 3,5 μήνες ενάντια στις απολύσεις και τη διάλυση της δημόσιας και δωρεάν υγείας. Αποφασίσαμε τότε να συμμετάσχουμε στη δημιουργία ενός κοινωνικού ιατρείου για να ανακουφίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους εργαζόμενους, άνεργους, ανασφάλιστους στην ευρύτερη περιοχή του Ιλίου και όχι μόνο. Μετά από μεγάλη προσπάθεια καταφέραμε να στεγάσουμε το εγχείρημά μας αυτό στον Ανοιχτό Κοινωνικό Χώρο Ιλίου.

Γνωρίζουμε καλά ότι δεν μπορούμε -κι ούτε θέλουμε- να υποκαταστήσουμε την υποχρέωση που έχει το κράτος να εξασφαλίζει την στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε κάθε εργαζόμενο. 

Όμως, όλοι βιώνουμε τις συνέπειες της κρίσης και των Mνημονίων που καταστρέφουν και απαξιώνουν τις ανθρώπινες ζωές. Τα τελευταία πέντε χρόνια τα μνημονιακά μέτρα όλων των κυβερνήσεων οδήγησαν σε μια κοινωνική καταστροφή καθώς ρήμαξαν την Υγεία, την Παιδεία, διέλυσαν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιβάλλοντας μισθούς πείνας και απολύσεις. Η μαζική ανεργία, με 2 εκατομμύρια άνεργους, εκατοντάδες χιλιαδες απασχολήσιμους, πάνω από 3 εκατ. ανασφάλιστους,  σε συνδυασμό με την απόλυση 2500 γιατρών που εργάζονταν στο ΙΚΑ, δημιουργούν συνθήκες μιας ανθρωπιστικής και υγειονομικής κρίσης που όμοια δεν έχουμε γνωρίσει από τον καιρό της Kατοχής.

Kινούμενοι όχι από κάποια αντίληψη φιλανθρωπίας, αλλά από τη σκοπιά της αναγκαίας κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινού αγώνα, θα  προσπαθήσουμε να συμβάλλουμε στην ανακούφιση όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων.

Παλεύουμε για ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας που θα παρέχει δωρεάν περίθαλψη σε όλους τους εργαζόμενους, άνεργους, μετανάστες.

Ξεκινάμε λοιπόν το Σάββατο 7 Μαρτίου στις 7 μ.μ., με τα εγκαίνια του Ανοιχτού Κοινωνικού Χώρου Ιλίου, όπου θα στεγαστεί και το Κοινωνικό Ιατρείο. Ο χώρος βρίσκεται πολύ κοντά στην πλατεία Ιλίου, επί της οδού Ιδομενέως 32 -έναντι του ΟΤΕ- στο 2ο όροφο και σε περιμένουμε!

Σε περιμένουμε όχι σαν παθητικό θεατή αλλά σαν ενεργό πολίτη με τις προτάσεις σου και την προσωπική σου δράση για να ξεκινήσουμε αυτήν την προσπάθεια.

 

Επιτροπή γιατρών που θα συμμετάσχουν στην προσπάθεια του Κοινωνικού Ιατρείου

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...