Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Ονειροπόλος, του Κώστα Καρυωτάκη





Ι

Δὲν ἤξερε ἂν ἦταν μικρόβιο ἢ ἀόρατος κακοποιός, ἢ ἀκόμη τίποτε ἄλλο. Ἐπίστευε ὅμως ὅτι ὁ Χρόνος ὑπῆρχε στὸ διάστημα. Εἶχε ἀρκετὲς ἀποδείξεις.

Κάποτε, σ᾿ ἕνα μακρινὸ ταξίδι του, τὸ βαπόρι πέρασε ἀπὸ τὸ λιμάνι μιᾶς ἐπαρχιακῆς πόλεως ὅπου εἶχε ζήσει μικρός. Ἐβγῆκε ἔξω, θέλοντας νὰ θυμηθεῖ τὴν παιδική του ζωή. Ἦταν Κυριακή. Στὴν πλατεία ἡ μπάντα ἔπαιζε κάποια ἰταλικὴ ὄπερα. Ὁ κόσμος ἔκανε βόλτες ἢ καθόταν στὸ καφενεῖο. Τὰ παιδιά, ὅσα δὲν ἔτρεχαν, παρακολουθοῦσαν τὶς κινήσεις τοῦ ἀρχιμουσικοῦ. Μιὰ μακαριότης ἐπλανᾶτο πάνω σ᾿ ὅλα.

Εἶδε τὸ πατρικό του σπίτι. Τὸν κῆπο. Τὴν ταράτσα, ποὺ ἀνέβαινε γιὰ νὰ ἁπλώσει τοὺς ἀετούς, ἢ γιὰ νὰ κηρύξει πετροπόλεμο, δένοντας βιαστικὰ βιαστικὰ χάρτινες σημαιοῦλες.

Τίποτε δὲν ἄλλαξε. Οἱ καρέκλες τοῦ ζαχαροπλαστείου σὲ τρεῖς σειρές, ὅπως καὶ τότε. Ἀκόμα καὶ ἡ πλάκα ποὺ πατοῦσε ἦταν ἴδια. Ὅλα ἦταν τὰ ἴδια. Μόνο ποὺ εἶχαν μικρύνει. Εἶχαν ἀπελπιστικὰ μικρύνει. Εἶχαν χάσει τὸ ἕνα τρίτο του ὄγκου τους. Ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε συμμετρικά, κ᾿ ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ποὺ κάθονταν ἀκίνητοι καὶ σιωπηλοί, σὰν ἀπόντες, γύρω στὰ μαρμάρινα τραπέζια, καὶ τὰ κορίτσια, πιὸ πέρα, μὲ τὶς φωτεινὲς γραμμὲς τῆς σιλουέτας τους, ὑψωμένες παράλληλα πρὸς τὸ νερὸ τοῦ ἀναβρυτηρίου, καὶ οἱ δυὸ γέροι, σ᾿ ἕνα μπαλκόνι, μὲ τὶς θαμπές, ἀμφίβολες γραμμές, τῶν χαρακτηριστικῶν τους, καὶ οἱ μουσικοί, καὶ ὁ ἀρχιμουσικὸς ἀκόμα, ποὺ ἐνόμιζε ὅτι κρατοῦσε μὲ τὴ μπαγκέτα του τὸ Χρόνο, δὲν εἶχαν τίποτε ἀντιληφθεῖ. Ὁ Χρόνος ὅμως ἐδούλευε ἐλεύθερα ἀνάμεσά τους, τρώγοντας κάθε στιγμὴ κάτι ἀπὸ τὴ φτωχή τους ὕπαρξη.

Ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετὴ ὥρα, ἀφηρημένος, σὰ νὰ περίμενε τοὺς μικρούς του φίλους. Γιὰ νὰ συνέλθει χρειάστηκε ἕνα στριγγὸ σφύριγμα. Τὸ καράβι ἔφευγε.

ΙΙ

Ὕστερα θυμόταν ἕναν χορὸ μεταμφιεσμένων. Ὑποχρεωτικὸ ἔνδυμα ὁρισμένης ἐποχῆς. Κυρίες, μὲ μεταξωτὰ ρὸζ ἢ οὐρανιὰ κρινολίνα, μὲ πουδραρισμένα μαλλιά, μὲ πράσινες καὶ χρυσὲς περοῦκες, ἔπεφταν ἡμίγυμνες, γεμάτες ἐμπιστοσύνη, στὰ χέρια τῶν δουκῶν - χρηματομεσιτῶν καὶ μαρκησίων - καπνεμπόρων. Ἐσφίγγονταν τόσο, ποὺ τὰ μέτωπά τους ἀκουμποῦσαν κάποτε στὰ χείλη τῶν καβαλιέρων καὶ ἡ στεφάνη τοῦ κρινολίνου ἀνασηκωνόταν.

Παραμερίζοντας ὅλοι, ἐσχημάτιζαν ἕνα κύκλο στὸ κέντρο τῆς αἰθούσης, καὶ τέσσερα ζεύγη, τὰ πιὸ ἐξαϋλωμένα, ἄρχισαν νὰ χορεύουν μενουέτο. Ἡ παραίσθησις ἦταν πλήρης. Τὸ κομμάτι θὰ περιεῖχε βέβαια δυὸ τρεῖς μαγικὲς νότες, ποὺ ἐπαναλαμβάνονταν σὲ κάθε φράση, καὶ οἱ νότες αὐτὲς δημιουργοῦσαν τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς περασμένης ἐποχῆς, συνεχῆ, κρυστάλλινη. Τὰ μικρά, γρήγορα βήματα, οἱ κομψὲς ὑποκλίσεις, τὰ νοσταλγικὰ βλέμματα, τὰ γεμάτα συγκρατημένο ἐρωτισμὸ χαμόγελα, περίεργες ἐστάμπες ποὺ εἶχαν διατηρηθεῖ ἄθικτες στὴν προθήκη ἑνὸς μουσείου.

Ἔπειτα ἔγινε τὸ πιὸ ἀπροσδόκητο. Οἱ χορευτὲς ἔχασαν τὸ λογαριασμό τους. Ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσουν ἀκριβῶς πόσα χρόνια εἶχαν ὑποχωρήσει πρὸς τὸ παρελθόν, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ξαναγυρίσουν καὶ νά ῾βροῦν τὴν προσωπικότητά τους, ἔβλεπε κανεὶς πὼς εἶχαν γελαστεῖ. Ἀνεπανόρθωτα γελαστεῖ. Ἑκατὸ ὁλόκληρα χρόνια ἐπροχώρησαν, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ ὑποπτευθοῦνε. Παρακολουθοῦσε τώρα τὶς κινήσεις τους. Οἱ τέσσερις γυναῖκες σκελετοί, θανάσιμα κομψοί, ἐπήγαιναν πρὸς τοὺς ἀντρικούς, κ᾿ ἔπειτα ἐπέστρεφαν μὲ μελαγχολικὴ χάρη, σὰ ν᾿ ἀναγνώριζαν τὸ λάθος τους. Οἱ καβαλιέροι σταματοῦσαν, καὶ τὸ κρανίο τους ἐβάραινε τὴ γῆ, ἐνῷ ψηλά, μὲ ἡλεκτρικὰ γράμματα ποὺ ἄναβαν κι ἔσβηναν, ἦταν γραμμένο: ΑΠΟΚΡΕΩ 2027.

ΙΙΙ

Ἄλλοτε συνέβαινε κάτι περίεργο. Ἀκούγοντας μία φράση ἢ παρακολουθώντας ἕνα ἀσήμαντο γεγονός, εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἔγινε ἢ ἐλέχθηκε προηγουμένως, ἄγνωστο σὲ ποιὸ μέρος καὶ πότε ἀκριβῶς, καὶ ὅτι τώρα ἐπαναλαμβάνεται κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. Τοῦ φαινόταν πολὺ παράξενο. Μπορεῖ τὴν πρώτη φορὰ νὰ ἦταν ὄνειρο. Ὁλοφάνερο ὅμως ὅτι τώρα ἢ τότε κάποιος ἤθελε νὰ παίξει μαζί του.

Συνήθως αὐτὸ γινόταν μὲ τὴν ὁμιλία πάνω στὰ κοινότερα θέματα. Ζητοῦσε λ.χ. νὰ πληροφορηθεῖ γιὰ ἕνα δρόμο ποὺ δὲν ἤξερε. Ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον εἶχε ρωτήσει τὸν κοίταζε γιὰ μία στιγμὴ χωρὶς ν᾿ ἀπαντήσει, κ᾿ ἔπειτα ἔβγαζε τὸ καπέλο του κ᾿ ἐσκούπιζε τὸ μέτωπό του. Τὸν ρωτοῦσε πάλι, ἀλλὰ συγχρόνως σὰν ἀστραπὴ περνοῦσε ἀπὸ τὸ νοῦ του ἢ σκέψις ὅτι αὐτὴ ἡ μικρὴ ἱστορία εἶχε ξαναγίνει. Ἡ πληροφορία ποὺ ζήτησε, ἡ σιωπὴ τοῦ ἄλλου, ἡ δεύτερη ἐρώτησή του, ὅλα, ὅλα ἀπαράλλαχτα. Ἔπειτα, συνεχίζοντας τὴ σκέψη του, ἔλεγε μέσα του: «Νὰ ἰδεῖς ποὺ τώρα θ᾿ ἀκούσω: -Δὲν ξέρω, ἀλλὰ νομίζω μετὰ τὶς γραμμὲς τοῦ τρὰμ ποὺ θὰ συναντήσετε-». «Δὲν ξέρω, ἀλλὰ μετὰ τὶς γραμμὲς ποὺ θὰ συναντήσετε», ἀπαντοῦσε ὁ ἄγνωστος σὰν ἠχὼ τῆς σκέψεώς του, κ᾿ ἔφευγε βιαστικά, σκυμμένος, πνίγοντας ἕνα γέλιο.

IV

Ἐμελέτησε. Ἐπούλησε κάποιο σπίτι ποὺ εἶχε, καὶ ἀγόρασε χημικὰ ὄργανα. Κλεισμένος ὁλημέρα σ᾿ ἕνα ὑπόγειο, ἔκανε σειρὲς πειραμάτων, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ πιὸ ἁπλὰ καὶ τολμώντας τὰ ἀδύνατα. Ἀνέλυε τὶς οὐσίες, ἤλεγχε τοὺς τύπους ποὺ παραδέχτηκε ἡ ἐπιστήμη. Προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ ἕνα λάθος στὰ δεδομένα της, κι ἀπὸ τὸ λάθος αὐτὸ νὰ βγάλει τὸ νέο στοιχεῖο. Μέσα στὸ ὑδρογόνο ἢ τὸ ὀξυγόνο, μποροῦσε νὰ ὑπάρχει, σὲ μικρὴ βέβαια ἀναλογία, ὁ Χρόνος. Δὲν ἀποθαρρυνόταν. Γεμάτος χαρὰ ἐπανελάμβανε τὸ πείραμα ποὺ ἀπέτυχε.

Παρακολουθοῦσε τὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα. Χαμογελοῦσε πονηρὰ στὴ σκέψη ὅτι κανένας δὲν τὸν παρακολουθεῖ τὸν ἴδιο. Ὅλοι, σκυμμένοι στὶς δουλίτσες τους, συλλογιζόταν μόνο πὼς νὰ τὰ βολέψουν. Ὅταν ὅμως θὰ τελειοποιοῦσε τὴν ἐφεύρεσή του καὶ θὰ περιόριζε τὸ Χρόνο μέσα σ᾿ ἕνα γυαλὶ τοῦ ἐργαστηρίου του, νὰ ἰδοῦμε τοὺς μεγαλόσχημους κυρίους ποὺ γέμισαν τὸν κόσμο μὲ σαπουνόφουσκες. Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ γίνουν οἱ τόκοι καὶ τὰ ἐπιτόκια τοῦ ἀπέναντι τοκογλύφου. Νὰ ἰδοῦμε μὲ ποιὰ ἡμερομηνία θὰ βγάζουν τὶς ἐφημερίδες τους.

V

Τώρα ἡ ἱστορία αὐτὴ ἔχει τελειώσει. Στὸ ἀπομονωτήριο τοῦ ἀσύλου ποὺ βρίσκεται, ἡ νύχτα καὶ ἡ μέρα τοῦ εἶναι τὸ ἴδιο ἀδιάφορες. Ἂν μπαίνει ἀπὸ τὸ φεγγίτη λίγο φῶς, τὸ κοιτάζει γιὰ μία στιγμὴ κ᾿ ἔπειτα τὸ ἐπιστρέφει μὲ ὅλη του τὴν καρδιά. Βλέπει τὸ φωτεινὸ ἐκεῖνο τετραγωνάκι, δειγματολόγιο σὲ σχῆμα βιβλίου, ν᾿ ἀλλάζει χρώματα, σὰ νὰ τὸ φυλλομετρᾷ τὸ ἀόρατο χέρι τοῦ Θεοῦ. Ρόζ, μπλέ, πράσινο, μώβ... Αὐτὸς ὅμως προτιμᾷ τὸ βελούδινο μαῦρο ποὺ προεκτείνεται στὸ δωμάτιο ὅταν νυχτώσει.

Ἔτσι περνοῦνε οἱ ὧρες, ἔτσι περνοῦνε οἱ μέρες κάθε εὐτυχισμένου ὀνειροπόλου. Μένει ὁλομόναχος, ἀκίνητος μέσα στοὺς τέσσερες τοίχους, σὰν παλιὰ λιθογραφία στὴν κορνίζα της. Ἔχει τὸ συναίσθημα ὅτι ἐπραγματοποίησε τὸ μεγάλο σκοπὸ τῆς ζωῆς του. Τίποτε δὲν ἀλλάζει ἀπὸ ὅσα τὸν περιστοιχίζουν. Καὶ ὁ Χρόνος δὲν ὑπάρχει.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...