Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

το ιερόν σκεύος και η εμφάνισις του σοφού ερημίτου


Η Κατρίν δεν άντεχε άλλο. Όσο κι αν προσπαθούσε να συγκρατήσει τα νεύρα της, τής ήταν αδύνατο. Ξέσπασε.
- Είναι το τρίτο τηγάνι που μου καταστρέφει!
- Ήταν δώρο της θείας μου.
- Της θειάς σου!  έκανε έκπληκτος ο Βίας.

Η τηγανιά τον βρήκε στο δοξαπατρί. Ο άτυχος τραπεζίτης, ενώ  το ασθενοφόρο τον μετέφερε στο Memorandum Hospital των Βρυξελλών, σιγοψιθύρισε τα μικρά γράμματα των συμβάσεων.

- Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη! κάγχασε η Κατρίν.


Ο Βίας Σαδδώκ και η Κατρίν Ισμαήλογλου ήταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Ένα αντισυμβατικό μοντέρνο ζευγάρι που επιβίωνε κόντρα στις θρησκευτικές προκαταλήψεις. Ο Βίας εβραϊκής καταγωγής από τα Γιάννενα και η Κατρίν μουσουλμάνα από τη Ρόδο, έμεναν στο Σίτυ του Λονδίνου μέχρι που ξεκίνησε η κρίση.  Είχαν γνωριστεί στις επιχειρήσεις των Μακ και Σεβ όπου και εργάζονταν˙ ο ένας ως ταμίας, η άλλη ως τηλεφωνήτρια. Ο Μάκης Μακρυχέρης και ο Ααρών Σεβνταλί, τα αφεντικά τους, συνέταιροι και φίλοι κολλητοί, είχαν το μαγαζί στο κέντρο του Σίτυ. Πωλούσαν παράγωγα στεγαστικών δανείων της τράπεζας Πειραιώς και οργάνωναν στοιχήματα με τη Halifax Bank.

Εκείνο το απόγευμα τα τηλέφωνα είχανε πάρει φωτιά. Η Κατρίν θυμάται σαν νάναι τώρα το διάγγελμα του Γαπ στο Καστελλόριζο - το σήμα για το κλείσιμο του υποκαταστήματος των Μακ και Σεβ. Ο Βίας ολόκληρη εκείνη τη βδομάδα ζήτημα να κοιμήθηκε ένα πεντάωρο, κι αν. Διάβαζε τις αναφορές της Goldman Sachs. Η Κατρίν ανησυχούσε. Σκεφτόταν το μέλλον τους. Ξημέρωνε αβέβαιο και υποθηκευμένο σαν το αγαπημένο τους loft

Το ζευγάρι αποφάσισε να μετακομίσει στην Ελλάδα. Οι Μακ και Σεβ τούς πρότειναν για διαχειριστές Supervisors στο παράρτημα της οδού Ομήρου.

Ο Βίας ετοίμαζε το τελευταίο πρωινό γεύμα πριν την αναχώρηση. Απορροφημένος από τις σκέψεις του ξέχασε το τηγάνι στη φωτιά. Πυκνός καπνός και τσίκνα καμμένου μπέηκον τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Ξεκόλλησε με τη σπάτουλα τα υπολείμματα απ΄ τα μαυρισμένα λίπη. Μια μορφή αποκαλύφθηκε στη βάση του καρβουνιασμένου τηγανιού. Ένας άντρας με γένια. Τα μάτια. Η μύτη. Τα μαλλιά.

- Θαύμα! Είναι Θαύμα. Πρόλαβε να ξεστομίσει ο Βίας.
-  Μία Θεία Μορφή στο τηγάνι μας!
- Είναι της θείας μου, της Τσαμπίκας, της χριστιανής, είπε συγκινημένη η Κατρίν.

Σάλος προκλήθηκε στη γειτονιά του φιλήσυχου ζευγαριού, όταν μαθεύτηκαν τα συμβάντα με το ιερό τηγάνι. Φανατικοί ισλαμιστές και ζηλωτές εβραίοι έφτυναν εαυτούς και αλλήλους όταν δεν έφτυναν στον κόρφο τους.
- Οι Σαδδώκ είναι ελληνίζοντες!
- Οι Ισμαήλογλου είναι κρυφοχριστιανοί!
- Είναι προσβολή! Μπέηκον! Χαλάλ ή Κόσερ;

Η ζωή του τρομοκρατημένου ζευγαριού κινδύνευε. Εχθροί και φίλοι, ομόθρησκοι κι αλλόθρησκοι απειλούσαν με αντίποινα κι όλοι μαζί ζητούσαν εξηγήσεις.
- Ποιός αγόρασε το μπέηκον; ποιός το τηγάνισε; το τηγάνι ήταν κεραμικό ή είχε επίστρωση τεφλόν; 

Εμπειρογνώμονες του Βατικανού αφού εξέτασαν επιμελώς το ιερόν σκεύος απεφάνθησαν: τα χαρακτηριστικά της αχειροποιήτου εικόνος που σχηματίζουν τα ίχνη απ’ το καμμένο μπέηκον στο τηγάνι, ομοιάζουν μα δεν είναι του Χριστού. Άλλωστε ο Χριστός δεν θα ενεφανίζετο ποτέ εις σκεύος εβραίου ή μουσουλμανίδος.

Ποία ήτο όμως τότε η θεία μορφή που απετυπώθη εις το ιερόν σκεύος; Το αίνιγμα επιζητούσε λύσιν.

Ήτο ο μύστης της ερήμου, ο σοφός ζητιάνος Φραζάπ Μιλαρεμί. Η αποκάλυψις αύτη εδόθη δι΄ ενυπνίου ενοράσεως εις τινάν ιατρόν, Γκρεκάνον Κροτωνιάτην, πιστόν μελετητήν των εν τη ερήμω τελευτησάντων μυστών, όστις και ανηφέρθη εις τoυς σωθέντας λόγους του Φραζάπ.


ηγαπάτε τα νέφη  ως η γαία
ουδείς αναμάρτητος  πάρεξ των αμαρτωλών
υμείς τε και ημείς  εν και τω αυτώ
όστις τον εαυτόν αυτού φυλάττει  άφατος εν τοις ουρανοίς ει


Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

κανείς τους δεν αστόχησε



Τα  92  συρτάρια
Γαλουχήθηκε  με  τη  ιδέα  του  Καλού.  Κάθε  πρωί  συγκεκριμένα,  του  έριχνε  η  μητέρα  στο  μπιμπερόν  στριχνίνη  για  το  καλό  του.  «Έτσι  κάνουν  όλες  οι  μητέρες,  χρυσό  μου»  του  εξηγούσε  ο  πατέρας  χαϊδεύοντάς  τον  με  τα  βελούδινα  νύχια  του.
Ποτέ  του  δεν  αμφέβαλε  για  την  αγάπη  τους.  Ούτε  όταν  από  το  ξύλινο  παρκάκι  τον  πέταξαν  κατευθείαν  στα  κλουβιά  των  τίγρεων.  Απόδειξη,  όταν  δραπέτευσε,  την  ίδια  κιόλας  μέρα,  ο  πατέρας,  που  ήταν  καλλιτέχνης,  ιδεολόγος,  άνθρωπος  μ΄  άλλα  λόγια  ξεχωριστός,  οργάνωσε  ένα  χάπενινγκ,  για  να  εκφράσει  τη  χαρά  τους  για  το  γυρισμό.  Τον  μεταμόρφωσε  σε  στόχο  με  κύκλους  χρωματιστούς  κι  αριθμημένους    μια  πανδαισία  χρωμάτων.  Χρησιμοποίησε  δε  ειδικές  μπογιές  που  φωσφορίζουν,  ώστε  να  μην  κινδυνεύσει  σε  περίπτωση  που  θα  έχανε  τον  προσανατολισμό  του  μες  στη  νύχτα.  Ο  πατέρας  φρόντισε  για  όλα    ακόμα  και  για  να  αποκλειστούνε  οι  εχθροί  απ΄  το  παιχνίδι.  Δικαίωμα  συμμετοχής  δόθηκε  μονάχα  σ΄  όσους  τον  αγαπούσαν.  Ήρθαν  λοιπόν  οι  φίλοι  μ΄  ακόντια  και  τόξα  και  πολυβόλα.  Ένα  περίεργο  πράμα:  κανείς  τους  δεν  αστόχησε.

Ακούγοντας  τον  επικήδειο  που  εκφωνούσε  ο  μεγάλος  του  αδερφός  για  την  τεράστια  απήχηση  των  προοδευτικών  ιδεών,  για  την  προώθηση  της  τέχνης  μέσω  του  πατρικού  χάπενινγκ,  ένιωσε  με  βαθιά  ικανοποίηση  πόσο  πολύτιμο  θήραμα  υπήρξε.  Πόσο  πολύτιμα  είναι  εν  γένει  τα  θηράματα.  Και  αποφάσισε  ν΄  αναστηθεί,  μόνο  και  μόνο  για  να  φανεί  ακόμη  μια  φορά  χρήσιμος  στην  τέχνη  και  την  ιδεολογία.
***
Συνέχισε  την  περιπλάνησή  του,  αν  κι  είχε  αρχίσει  να  φοβάται  πως  οι  σύντροφοι  χαθήκαν  από  προσώπου  γης,  όταν  τελείως  απροσδόκητα  τους  συνάντησε  στην  αρχαία  αγορά.  Είχανε  βγάλει  βόλτα  τις  ύαινές  τους  στη  λιακάδα.  Ντυμένοι  στην  πορφύρα  και  το  χρυσάφι  συνομιλούσαν  ευδιάθετοι.  Δυσκολεύτηκε  κάπως  να  τους  αναγνωρίσει,  μα  υπέθεσε  πως  σίγουρα  αποτελούσαν  μέρος  μιας  παράστασης  όπως  ακριβώς  και  τότε  που  είχε  γίνει  η  σφαγή  κι  είχε  χαθεί  ο  χάρτης  με  τα  οράματα.  Εκείνοι  τον  θυμήθηκαν  αμέσως  κι  εγκάρδια  του  κάναν  τόπο  να  καθήσει  ανάμεσά  τους.
***
Μίλησε  ο  καινούργιος  άρχοντας  κι  εξατμιστήκαν  οι  τοιχογραφίες,  γίνανε  σκόνη  οι  λήκυθοι  κι  οι  αμφορείς,  αδειάσαν  τα  ποιήματα  απ΄  τους  στίχους,  κενά  τα  βάθρα  απ΄τα  αγάλματα,  τα  αετώματα  κι  οι  επιτύμβιες  στήλες  απ΄ τα  ανάγλυφα,  σχισμένες  οι  σελίδες  στα  βιβλία  και  τα  βιολιά  με  τις  χορδές  σπασμένες,  τα  τύμπανα  δίχως  μεμβράνες  κι  οι  χορευτές  ν΄ απομακρύνονται  στα  αναπηρικά  τους  καροτσάκια.
Κοιτούσανε  οι  άνθρωπο  βουβοί,  με  τα  βιολιά  στα  κρεμασμένα  χέρια  τους,  όταν  ο  υπασπιστής  έδωσε  διαταγή  να  τα  ποδοπατήσουν.  «Κάθε  περιττό  βαραίνει  τη  γη»  εξήγησε  ο  επιτετραμμένος,  «Υπάρχει  κίνδυνος  καταποντισμού  της».  Μια  κοπελίτσα  όμως,  θα  ΄ταν  δε  θα  ΄ταν  δώδεκα  χρονώ,  κρατούσε  το  βιολί  σφιχτά  στην  αγκαλιά  της  κι  έκλαιγε  γοερά.
Στρατιώτες  την  έσυραν  στο  κεντρικό  βάθρο.  Σε  κάθε  άρνηση  καρφώνανε  κι  ένα  της  δάχτυλο  στο  μάρμαρο.  Όταν  μπήγανε  το  δέκατο  καρφί,  το  κορίτσι  άρχισε  να  παίζει  στο  άχορδο  βιολί  τη  σουίτα  απ΄ το  σημείο  ακριβώς  που  είχε  διακοπεί.  Αυτόματα  οι  χιλιάδες  θεατές  πήραν  στο  στόμα  τους  τη  σταματημένη  μουσική.


Μ΄  ένα  νεύμα  του  άρχοντα  αστραφτερά  δρεπάνια  άρχισαν  να  θερίζουν  τα  υψωμένα  κεφάλια.  Όταν  κατευθύνθηκαν  στο  μαρμάρινο  βάθρο,  για  να  ολοκληρώσουν  το  έργο  τους,  το  κορίτσι  με  το  άχορδο  βιολί  είχε  ήδη  πετάξει.  Δυο  άγγελοι  μ΄  ασήκωτα  σπαθιά  απογειώθηκαν,  μα  ήτανε  αργά:  είχε  περάσει  πια  τη  διορία  τους  κι  είχε  κιόλας  φτάσει  στο  μεσοπλανητικό  κενό.  Μόνο  τα  δάκρυά  της    διαπερνούσαν  τα  στρώματα  της  ατμόσφαιρας,  το  ένα  μετά  το  άλλο,  κι  ένιβαν  τους  αποκεφαλισμένους,  ενώ  την  ίδια  ώρα  μικρά  λυχνάρια  ανάβανε  στα  υπόγεια  των  σπιτιών.
Έφταναν  κάθε  μέρα  σήματα  απ’  το  άπειρο,  που  μηνούσαν  πως  το  κορίτσι  πετούσε  από  πλανήτη  σε  πλανήτη,  από  γαλαξία  σε  γαλαξία,  από  σύμπαν  σε  σύμπαν,  και  πως  οι  πόρτες  ήτανε  κλειστές    κανείς  δεν  άνοιγε  το  παραθύρι,  κι  ούτε  ένα  πιάτο  σούπα  το  βράδυ  του  χειμώνα,  ούτε  μια  μητέρα  να  πλέκει  το  ριγέ  πουλόβερ.
Έφταναν  τα  σήματα  απ’  το  άπειρο,  όμως  για  καλή  τους  τύχη  δεν  κατείχαν  τον  κώδικα  να  τ’  αποκρυπτογραφήσουν  κι  έτσι  συνέχιζαν  ν’  ανάβουνε  τα  πήλινα  λυχνάρια  κάθε  σούρουπο. 
Όσο  για  το  κορίτσι,  αν  κι  είχε  εξαντλήσει  όλες  τις  τροχιές,  συνέχιζε  να  περιστρέφεται  χωρίς  να  ξέρει  πια  τι  ήταν  το  ξύλινο  κουτί  που  κρατούσε  σφιχτά  στην  αγκαλιά  του,  μα  και  χωρίς  να  το  εγκαταλείπει    όπως  τ’  αστέρια  συγκρατούν  το  ένα  τ’  άλλο,  από  τύχη  κι  αναγκαιότητα.
***

Ένας  άγγελος,  με  σύρριζα  κομμένες  τις  φτερούγες, πάσχιζε  να  πετάξει.  Από  την  ανοιχτή  πληγή  φύτρωνε  ακάθεκτο  το  δέντρο  της  ζωής,  φορτωμένο  με  χαϊμαλιά  θανάτου,  με  των  καιρών  τη  θλίψη,  με  του  κόσμου  τη  φρίκη  για  φυλαχτό.




αποσπάσματα  από  το  βιβλίο  « Τα 92 συρτάρια »  Λία  Μεγάλου - Σεφεριάδη,  εκδόσεις  Εξάντας  1983

εικόνες: Alexey Titarenko,  Andre Demontigny,  Σωτήρης Σόρογκας

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...