Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

καίγουνται κι απ’ τις φλόγες τους φωτίζεται η ζωή



Φώτης Αγγουλές 1911-1964
Αν το λέμε…
Οι φτωχές μας καλύβες σηκώνουνε τις μεγάλες Πατρίδες.
Κι οι καλοί πατριώτες
τεχνουργούν για τα χέρια μας δυνατές αλυσίδες.
Αν πονούμε, μας δείρανε όμοια οχτροί κι όμοια φίλοι,
κι αν το λέμε, αν το ξέρουμε της ζωής το τραγούδι,
το μάθαμε απ’ του χάρου τα χείλη.

Καίγουνται
Αυτούς εγώ που τραγουδώ, δεν έχουνε φτερά.
Δεν τους μεθά καμιά φυγή, δεν τους τραβούν τ’ αστέρια,
έχουνε μια ζεστή καρδιά, δυο ροζιασμένα χέρια
κι είναι δεμένοι με τη γη.
Απ’ της αυγής το χάραγμα, ως του βραδιού τα θάμπη,
μοχθούν για δυο πικρές ελιές και μια μπουκιά ψωμί,
ιδρώνουν κι απ’ τον ίδρο τους ανθοβολούνε οι κάμποι,
καίγουνται κι απ’ τις φλόγες τους φωτίζεται η ζωή.


«10η επιστολή στο Στεφανή», Μιχαλού, 13/10/1935
Αγαπητέ μου Στεφανή,
στη Νέα Γουινέα οι πεθαμένοι
στήνουνται σαν αντρείκελα στην άκρη
κι ως να ’ναι αμαρτωλοί και ντροπιασμένοι,
αντί για δάκρυ,
κι αντί, για το χαμό τους, μοιρολόι,
περνάει το συγγενολόι
και τους δέρνει…
Τους δέρνουνε κι οι φίλοι τους κι οι ξένοι
και φεύγουνε ταπεινωμένοι
της Νέας Γουινέας οι πεθαμένοι.
Και να σου πω, καλέ μου Στεφανή,
τη νύχτα αυτή με τυραννεί
παράξενη μια ιδέα
πως ίσως να ’μαστε εμείς (…) οι διψασμένοι
της Λευτεριάς, του Δίκιου, της Στοργής
και της Ζωής που πάει χαμένη.
Ναι, μου περνά αυτή η ιδέα
πως είμαστε από τη Νέα Γουινέα
κι είμαστε βρικολακιασμένοι (…)


“… Καθώς περνούσανε τα χρόνια, με διδάσκανε… Είδα καρδιές λερωμένες και χέρια μουρντάρικα. Οι άρρωστοι που πέθαναν χωρίς γιατρό ήταν φίλοι μου. Για τους απελπισμένους που χάθηκαν, χωρίς υπεράσπιση, έκλαψα. Έβρεξα τα χείλη ενός διψασμένου, κράτησα συντροφιά ενός μελλοθάνατου… Τώρα μ’ αρέσει ν’ ακούω τους πεύκους να λένε το πεζοτράγουδο του καιρού: «εμάς το αύριο θα μας βρει. Και θα μας αναγνωρίσει από τα τατουάζ. Εμάς που δεν το καταδεχτήκαμε να κεντήσομε απάνω στα στήθη μας καμιά από τις παλιανθρωπιές του καιρού μας.”


 Στην ιστορία

Έλληνες ήρθαν πάλι…
Η θάλασσα τούς ξέβρασε στις ανατολικές αχτές,
προχτές.

Βγήκαν πνιγμένοι στη στεριά και παραμορφωμένοι,
πρησμένοι σαν τουμπιά και μελανοί,
μα όσο κι αν τόκρυψε η νυχτιά το δράμα τους να μη φανεί,

το νόημα βγαίνει.

Τον ξέρομε τον ένοχο, είναι γνωστή η αιτία…
Στα φαγωμένα μάτια τους κοίταξε μέσα και θα δεις
μια χαλασμένη πολιτεία.

Μα μην τους θάψετε, γιατί, θα χάσει σχήμα η Φρίκη.
Κι όταν γραφτεί η ευγενικιά φασιστικιά ιστορία,
έτσι, πρησμένους, βάλτε τους κι αυτούς σε μια προθήκη.

Επίλογος

Το σπαραγμό σου Ελλάδα μου, ποια νύχτα θα μου κρύψει;
Ποιος πόνος θα μου πει;
Ξεπέρασα τον πόνο πια και τη βαθιά μου θλίψη,
κι έφτασα στη σιωπή.
Και στέκω εμπρός σ’ ένα σωρό ρημάδια και συντρίμμια,
κι ούτε μια δέηση να πω μπορώ, και ούτε μια βλαστήμια.


πηγές :

τα πρώτα δύο ποιήματα είναι από το βιβλίο «ΑΓΓΟΥΛΕΣ, ποιήματα» εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή 2011
το πεζό απόσπασμα και η «10η επιστολή στο Στεφανή», είναι από το
http://www.aplotaria.gr/fotis-aggoules-stella-tsiropina/
τα  δύο τελευταία ποιήματα είναι από το
http://www.sarantakos.com/liter/aggoules.html
η φωτογραφία του ποιητή είναι του Στέλιου Κασιμάτη
οι πίνακες είναι : Στέλιος Φαϊτάκης - boilingpoint,  Θέμης Τσιρώνης - o Αη Λαός

διαβάστε ακόμη :


ακούστε :

το συγκρότημα ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ στους μελοποιημένους στίχους του  ποιητή:  ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ 
https://www.youtube.com/watch?v=H26gQ9FxSJs

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...