Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Λουκιανού νεκρικοί διάλογοι - Μένιππος


Ο Μένιππος, κυνικός φιλόσοφος, νεκρός πια οδηγείται από τον ψυχοπομπό Ερμή στον Κάτω κόσμο. Εκεί αρνείται να πληρώσει στον πορθμέα Χάροντα τον οβολό που οφείλει όπως όλοι οι νεκροί, λέγοντάς του - οὐκ ἂν λάβοις παρά τοῦ μή ἔχοντος - αν δε σου αρέσει γύρισέ με πίσω. Στη συνέχεια περιδιαβαίνει τον Άδη φιλοσοφώντας και περιπαίζοντας τους πάντες. Γελά και τραγουδά ενώ όλοι θρηνούν. Χρήμα, Ομορφιά, Εξουσία είναι όλα μάταια, γιατί σαν έρθει ο θάνατος όλοι οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα άλλο παρά γυμνά κρανία και σωρός από κόκκαλα. Δημιουργεί με τα λεγόμενά του τέτοια αναστάτωση στους άλλοτε διάσημους και φημισμένους των νεκρών, ώστε ορισμένοι απo αυτούς μην αντέχοντάς τον, ούτε λίγο ούτε πολύ ζητούν από τον Πλούτωνα την αποπομπή του.


«… και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον.
Άρα τις έστι, βασιλεύς ή στρατιώτης ή πλούσιος ή πένης…»




Μένιππος και Ερμής

Μένιππος: Ερμή που είναι οι ωραίοι κι οι ωραίες; Οδήγησέ με σε παρακαλώ, μιας κι είμαι νιόφερτος εδώ.

Ερμής: Δεν έχω χρόνο βρε Μένιππε, αλλά να! παρατήρησε εκει δεξιά, βρίσκονται ο Υάκινθος, ο Νάρκισσος, ο Νηρέας, ο Αχιλλέας, η Τυρώ, η Ελένη κι η Λήδα: Όλες οι παλιές ομορφιές.

Μένιππος: Εγώ βλέπω μονάχα κόκαλα και κρανία άσαρκα κι όμοια μεταξύ τους.

Ερμής: Κι όμως αυτοί 'ναι που θαυμάσαν όλοι οι ποιητές, αυτά τα κόκαλα που συ περιφρονείς.

Μένιππος: Δείξε μου τουλάχιστον την Ελένη, δεν μπορώ να τη διακρίνω.

Ερμής: Να, τούτο το κρανίο είναι της Ελένης.

Μένιππος: Για τούτο δω το καυκί γεμίσανε χίλια καράβια με τα νιάτα όλης της Ελλάδας και σκοτωθήκανε τόσοι και τόσοι κι αναστατωθήκανε τόσες πόλεις;

Ερμής: Βλέπεις, εσύ Μένιππε δεν την είδες ζωντανή. Αν την είχες δει θα 'λεγες κι εσύ: «Ας βρίσκομαι κοντά της κι ας υποφέρω πολλά». Γιατί και τ' άνθη αν τα δει κανείς ξερά, να 'χουνε χάσει το χρώμα και το σχήμα, δεν μπορεί να φανταστεί πόσο ήταν όμορφα όταν ανθούσαν.

Μένιππος: Απορώ βρε Ερμή, πως δέχτηκαν να υποφέρουν για κάτι που γρήγορα και τόσον εύκολα μαραίνεται.

Ερμής: Δεν έχω χρόνο Μένιππε να κάτσω να τα φιλοσοφήσω μαζί σου. Διάλεξε ένα μέρος που γουστάρεις και βολέψου. Πρέπει να φέρω καινούργιους νεκρούς.





Μένιππος, Πλούτων και διάφοροι νεκροί (Κατά Μένιππου)

Κροίσος: Δεν τον υποφέρουμε πια βρε Πλούτωνα τούτον τον σκύλο τον Μένιππο να 'ναι μαζί με μας. Ή στείλ' τον αλλού ή στείλε εμάς να πάμε σ' άλλον τόπο.

Πλούτων: Τι μπορεί να σας κάνει; Νεκρός είναι κι αυτός όπως κι εσείς.

Κροίσος: Όταν εμείς θρηνούμε και στενάζουμε, όταν θυμόμαστε πόσα είχαμε στον επάνω κόσμο, ο Μίδας χρυσάφι, ο Σαρδανάπαλος δόξα και καλοπέραση κι εγώ τα πλούτη μου, αυτός μας εμπαίζει και μας βρίζει. Μας λέει γαϊδούρια και καθάρματα κι όταν κλαίμε, αυτός τραγουδά και γενικά μας λυπεί όσο δεν φαντάζεσαι.

Πλούτων: Τι είν' αυτά που λένε Μένιππε για σένα;

Μένιππος: Αλήθεια λένε ω Πλούτωνα. Τους σιχαίνομαι γιατί είναι άχρηστα κουφάρια και παλιάνθρωποι. Δεν τους έφτανε που ζήσανε με τόσο κακό τρόπο, αλλά και πεθαμένοι θυμούνται και νοσταλγούν αυτό ακριβώς. Το ευχαριστιέμαι να τους κοροϊδεύω.

Πλούτων: Μα δεν είναι φυσικό να λυπούνται; Χάσανε πάρα πολλά!

Μένιππος: Χάζεψες κι εσύ Πλούτωνα; Επικροτείς τα παράπονά τους;

Πλούτων: Κάθε άλλο! Απλά δεν θέλω φασαρίες μεταξύ σας.

Μένιππος: Λοιπόν ακούστε με εσείς που ήσασταν οι χειρότεροι ανάμεσα στους Λυδούς, τους Φρύγες και τους Ασσύριους, μάθετε πως εγώ δεν θα σταματήσω όπου κι αν πάτε να σας ακολουθώ και να σας περιγελώ, να σας χλευάζω και να σας βρίζω.

Κροίσος: Αυτό δεν είναι αυθάδεια;

Μένιππος: Όχι. Αυθάδειες ήταν αυτά που κάνατε στη ζωή σας. Που θέλατε να σας προσκυνάνε ελεύθεροι άνθρωποι και καλοπερνάγατε χωρίς να σκεφτόσαστε το τέλος. Από δω και πέρα θα θρηνείτε καθώς θα θυμόσαστε όσα χάσατε.

Κροίσος: Πολλά και μεγάλα!

Μίδας: Πόσο χρυσάφι εγώ!

Σαρδανάπαλος: Κι εγώ, τι πολυτέλεια!

Μένιππος: Έτσι μπράβο. Εσείς να θρηνείτε κι εγώ να σας θυμίζω το «γνώθι σαυτόν». Είναι ότι πρέπει για τις κλάψες σας.

ακολουθεί το αρχαίο κείμενο

ΜΕΝΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΕΡΜΟΥ

 [1] ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Ποῦ δαὶ οἱ καλοί εἰσιν ἢ αἱ καλαί͵ Ἑρμῆ; ξενάγησόν με νέηλυν ὄντα.

ΕΡΜΗΣ

Οὐ σχολὴ μέν͵ ὦ Μένιππε· πλὴν κατ΄ ἐκεῖνο ἀπόβλεψον͵ ἐπὶ τὰ δεξιά͵ ἔνθα ὁ Ὑάκινθός τέ ἐστιν καὶ Νάρκισσος καὶ Νιρεὺς καὶ Ἀχιλλεὺς καὶ Τυρὼ καὶ Ἑλένη καὶ Λήδα καὶ ὅλως τὰ ἀρχαῖα πάντα κάλλη.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Ὀστᾶ μόνα ὁρῶ καὶ κρανία τῶν σαρκῶν γυμνά͵ ὅμοια τὰ πολλά.

ΕΡΜΗΣ

Καὶ μὴν ἐκεῖνά ἐστιν ἃ πάντες οἱ ποιηταὶ θαυμάζουσι τὰ ὀστᾶ͵ ὧν σὺ ἔοικας καταφρονεῖν.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Ὅμως τὴν Ἑλένην μοι δεῖξον· οὐ γὰρ ἂν διαγνοίην ἔγωγε.

ΕΡΜΗΣ

Τουτὶ τὸ κρανίον ἡ Ἑλένη ἐστίν.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

[2] Εἶτα διὰ τοῦτο αἱ χίλιαι νῆες ἐπληρώθησαν ἐξ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος καὶ τοσοῦτοι ἔπεσον Ἕλληνές τε καὶ βάρβαροι καὶ τοσαῦται πόλεις ἀνάστατοι γεγόνασιν;

ΕΡΜΗΣ

Ἀλλ΄ οὐκ εἶδες͵ ὦ Μένιππε͵ ζῶσαν τὴν γυναῖκα· ἔφης γὰρ ἂν καὶ σὺ ἀνεμέσητον εἶναι τοιῇδ΄ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν· ἐπεὶ καὶ τὰ ἄνθη ξηρὰ ὄντα εἴ τις βλέποι ἀποβεβληκότα τὴν βαφήν͵ ἄμορφα δῆλον ὅτι αὐτῷ δόξει͵ ὅτε μέντοι ἀνθεῖ καὶ ἔχει τὴν χρόαν͵ κάλλιστά ἐστιν.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Οὐκοῦν τοῦτο͵ ὦ Ἑρμῆ͵ θαυμάζω͵ εἰ μὴ συνίεσαν οἱ Ἀχαιοὶ περὶ πράγματος οὕτως ὀλιγοχρονίου καὶ ῥᾳδίως ἀπανθοῦντος πονοῦντες.

ΕΡΜΗΣ

Οὐ σχολή μοι͵ ὦ Μένιππε͵ συμφιλοσοφεῖν σοι. ὥστε σὺ μὲν ἐπιλεξάμενος τόπον͵ ἔνθα ἂν ἐθέλῃς͵ κεῖσο καταβαλὼν σεαυτόν͵ ἐγὼ δὲ τοὺς ἄλλους νεκροὺς ἤδη μετελεύσομαι.

ΝΕΚΡΩΝ ΠΛΟΥΤΩΝΙ ΚΑΤΑ ΜΕΝΙΠΠΟΥ

[1] ΚΡΟΙΣΟΣ

Οὐ φέρομεν͵ ὦ Πλούτων͵ Μένιππον τουτονὶ τὸν κύνα παροικοῦντα· ὥστε ἢ ἐκεῖνόν ποι κατάστησον ἢ ἡμεῖς μετοικήσομεν εἰς ἕτερον τόπον.

ΠΛΟΥΤΩΝ

Τί δ΄ ὑμᾶς δεινὸν ἐργάζεται ὁμόνεκρος ὤν;

ΚΡΟΙΣΟΣ

Ἐπειδὰν ἡμεῖς οἰμώζωμεν καὶ στένωμεν ἐκείνων μεμνημένοι τῶν ἄνω͵ Μίδας μὲν οὑτοσὶ τοῦ χρυσίου͵ Σαρδανάπαλλος δὲ τῆς πολλῆς τρυφῆς͵ ἐγὼ δὲ Κροῖσος τῶν θησαυρῶν͵ ἐπιγελᾷ καὶ ἐξονειδίζει ἀνδράποδα καὶ καθάρματα ἡμᾶς ἀποκαλῶν͵ ἐνίοτε δὲ καὶ ᾄδων ἐπιταράττει ἡμῶν τὰς οἰμωγάς͵ καὶ ὅλως λυπηρός ἐστιν.

ΠΛΟΥΤΩΝ

Τί ταῦτά φασιν͵ ὦ Μένιππε;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Ἀληθῆ͵ ὦ Πλούτων· μισῶ γὰρ αὐτοὺς ἀγεννεῖς καὶ ὀλεθρίους ὄντας͵ οἷς οὐκ ἀπέχρησεν βιῶναι κακῶς͵ ἀλλὰ καὶ ἀποθανόντες ἔτι μέμνηνται καὶ περιέχονται τῶν ἄνω· χαίρω τοιγαροῦν ἀνιῶν αὐτούς.

ΠΛΟΥΤΩΝ

Ἀλλ΄ οὐ χρή· λυποῦνται γὰρ οὐ μικρῶν στερόμενοι.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Καὶ σὺ μωραίνεις͵ ὦ Πλούτων͵ ὁμόψηφος ὢν τοῖς τούτων στεναγμοῖς; ΠΛΟΥΤΩΝ

Οὐδαμῶς͵ ἀλλ΄ οὐκ ἂν ἐθέλοιμι στασιάζειν ὑμᾶς.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

[2] Καὶ μήν͵ ὦ κάκιστοι Λυδῶν καὶ Φρυγῶν καὶ Ἀσσυρίων͵ οὕτω γινώσκετε ὡς οὐδὲ παυσομένου μου· ἔνθα γὰρ ἂν ἴητε͵ ἀκολουθήσω ἀνιῶν καὶ κατᾴδων καὶ καταγελῶν.

ΚΡΟΙΣΟΣ

Ταῦτα οὐχ ὕβρις;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Οὔκ͵ ἀλλ΄ ἐκεῖνα ὕβρις ἦν͵ ἃ ὑμεῖς ἐποιεῖτε͵ προσκυνεῖσθαι ἀξιοῦντες καὶ ἐλευθέροις ἀνδράσιν ἐντρυφῶντες καὶ τοῦ θανάτου παράπαν οὐ μνημονεύοντες· τοιγαροῦν οἰμώξεσθε πάντων ἐκείνων ἀφῃρημένοι.

ΚΡΟΙΣΟΣ

Πολλῶν γε͵ ὦ θεοί͵ καὶ μεγάλων κτημάτων.

ΜΙΔΑΣ

Ὅσου μὲν ἐγὼ χρυσοῦ.

ΣΑΡΔΑΝΑΠΑΛΛΟΣ

Ὅσης δὲ ἐγὼ τρυφῆς.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ

Εὖ γε͵ οὕτω ποιεῖτε· ὀδύρεσθε μὲν ὑμεῖς͵ ἐγὼ δὲ τὸ γνῶθι σαυτὸν πολλάκις συνείρων ἐπᾴσομαι ὑμῖν· πρέποι γὰρ ἂν ταῖς τοιαύταις οἰμωγαῖς ἐπᾳδόμενον.


 οι δύο τελευταίες φωτογραφίες είναι από τους σιωπηλούς πύργους των ζωροαστρών


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...